Πάνορμος

Μέσα σε βάρκα με πανί λατίνι
να ξεκινούσα ένα πρωϊ,
ομπρός και πίσω της αφρούς να’ αφήνη
και να την σπρώχνη στεριανή πνοή!

Στη πλώρη της συρτές και παραγάδια,
σύκα ψωμί, ένα σταμνί νερό,
και να κυλά μες’ στου αφρού τα χάδια
και να οργώνη ασήμι αστραφτερό.

Να ξεπερνώ τα Θέρμα, τα βλυχάδια,
τον Ασπροπνίχτη, το Ρουκχαλιστή,
τον Άγιο Ισίδωρο με τα λευκά χοχλάδια,
με τα δολώματα στην κουπαστή.

Στον Άγιο Αντρέα στο Πυθάρι,
λυθρίνια, χάνους στα βαθιά νερά,
στην αμμουδιά να ψήσωμε το ψάρι,
που πιάσαμε ανοιχτά από τη Νερά.

Άχ! Να περνούσα ‘ κεί μια βραδυά!
Και ξάπλα στη θερμή την αμμουδιά
να κύτταγα τα λαμπερά τα’ αστέρια,
που αμέτρητα δεν είδα καλοκαίρια,
να ξύπναγα σε μια δροσάτη αυγή
στη λατρεμένη ποθητή μου Γή.

Και την αυγή από γιαλό το αεράκι
ανάλαφρα να μου φουσκώνη το πανί
τραβώντας από σουφράνου το κουπάκι
μπροστά μου άλλο θάμα να φανή:

Η Τέλεντος και μέσα το μπογάζι
Αγία Κυριακή και Καλαβρός,
Μυρτιές Λινάρια Ωμορφιά και νάζι,
απόλαυση, χαρά! Τι θησαυρός!

και μέσα από το μπογάζι ξεπερνώντας
Μασούρι, Ιερό Χωριό
ν’ αφήνω το Καστέλλι, τα’ Αργινώντα,
Σκάλια, Καραβοστάσι, Εμπορειό,

να πιάσω Πιτταρίδια, Γλαρονήσια,
στον Άη Πέτρο, Θεέ μου, να βρεθώ,
με αγαλλίαση, χαρά περίσσεια
στη χάρη του  ‘ κεί να λειτουργηθώ

και κάμνοντας το γύρο τα Δρασώντα,
τον Κάβο Ατσιππά και το Καμπί
ν’ αφήσω πίσω τα Πεζώντα
στη Ρίνα απ’ έξω να ‘ δώ τον Βαθύ.

Ζερβά μου θαμπερή τη Μικρασία,
μπροστά μου το Νησάκι του Σαρρή
Και πιο βαθειά τη Κώ τη θαυμασία!
Δεξιά μου το Σκυρόμυτο και τη Χαλή,

πιο πέρα το ματσάκανα, τη Πλάτη,
τη Ψέρημο παρέκει πιο τρανή,
τη Πλάτη, που οι πέτρες της παλάτι
την Πόθια κάνε, περιφανή.

Τον Άγιο Νικόλα πίσω να αφήνω
να παραπλέω τον τοίχο της Χαλής,
τ` άσπρα σπιτάκια της να διακρίνω
της Πόθιας, της πεντάμορφής μου της Καλής.

Να ξεπερνώ σε λίγο τον Πριώνα,
στον κόλπο πιο βαθειά να εισχωρώ,
δεξιά της Αραπίνας τον λιμνιώνα
και το Φανάρι ‘ μπρός μου να θωρώ.

Ολοταχώς να μπώ μεσ’ το λιμάνι,
το σίδερό μου πίσω να πετώ
να μαϊνάρω το πανί μου μάνι μάνι,
στην αγιασμένη τη στεριά μου να πατώ.

Να βγώ να δέσω εγώ το παλαμάρι
στη προκυμαία κάπου στου Χριστού,
στου Τηλιακού να κάτσω με καμάρι,
στου Αλαχούζου ή στου Προεστού.

Ταξίδι Γύρο από την Κάλυμνο
του Γιάννη Γεράκη, 1965